“Τα χριστούγεννα”

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 

Στη μνήμη μου έτσι είναι στητή,

Χριστέ μου, η θύμησή Σου

Να καίει το τζάκι στη γωνιά

Κι έξω να πέφτει χιόνι.

Δίπλες να πλάθει η Μάνα μου

Κι αξέχαστα γλυκά…

(Στίχοι του Σωτήρη Σκίπη)

 

Παραμονή Χριστουγέννων.. Όλη την ημέρα έριχνε χιονόνερο. Ο Βοριάς χτυπούσε μα μανία τις στέγες και το παράθυρα. Με το σούρουπο η βροχή σταμάτησε, ο αέρας κόπασε, όμως το κρύο και η υγρασία σου τσάκιζαν τα κόκκαλα.

Στο τζάκι τα κούτσουρα, που η φωτιά είχε με βουλιμία από νωρίς καταβροχθίσει, είχαν γίνει πια κάρβουνα. Τρίζανε υπόκωφα προτού ξεψυχήσουν. Κι όμως αυτά τα τελευταία απομεινάρια της φωτιάς και η χόβολη, χάριζαν την αίσθηση μιας γλυκιάς ζεστασιάς σ΄ όλο το δωμάτιο.

Στο θαμπό φως του καντηλιού μόλις που μπορούσα να διακρίνω τα πράγματα γύρω μου. Από πάνω σκούραιναν περισσότερο το χώρο τα μεγάλα ξύλινα δοκάρια, που στήριζαν τη στέγη με τα καλάμια. Από κει κρέμονταν τα ρόδια, οι κουλούρες με τα ξερά σύκα και τα χειμωνιάτικα πεπόνια μέσα στα δίχτυα.

Το σπίτι μοσχομύριζε από θεσπέσιες μυρωδιές. Ανθόνερο και αρμπαρόριζα από τους κουραμπιέδες, γλυκάνισο, κανέλα και μαστίχα από το χριστόψωμο σε λίγωναν κυριολεκτικά. Κοντά στο τζάκι, ο σοφράς, το χαμηλό εκείνο στρογγυλό τραπέζι στα μέτρα των παιδιών και γύρω τα σκαμνάκια, περίμεναν να σερβίρουμε το δείπνο.

Ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία τη μαγική νύχτα. Η απόφαση ήταν ρητή και αδιαπραγμάτευτη. Εμείς τα παιδιά έπρεπε να κοιμηθούμε νωρίς από τις 8 το βράδυ. Μόνο έτσι θα μπορούσαμε να ξυπνήσουμε να πάμε μετά τα μεσάνυχτα στην εκκλησία.

Δίπλα στο κρεβάτι μου, στην καρέκλα, το κόκκινο παλτό και το κουτί με τα ολοκαίνουργα μαύρα γοβάκια από λουστρίνι. Ήταν τα δώρα του πατέρα, που είχαν φτάσει κάμποσες μέρες πριν.   Δεν χόρταινα να τα κοιτάζω. Τα είχα δοκιμάσει δέκα φορές και μετρούσα τις ώρες για να τα φορέσω. Τη χαρά μου διαδέχτηκε γρήγορα η απογοήτευση , όταν έμαθα ότι ο πατέρας ταξίδευε μακριά και δεν θα προλάβαινε να κάνει μαζί μας Χριστούγεννα. Χωμένη στο ζεστό μου πάπλωμα τέντωνα τα αυτιά μου ν’ ακούσω επιτέλους τις καμπάνες να σημαίνουν Χριστούγεννα. Η ώρα περνούσε και εγώ απορούσα γιατί αργούν.

Φαίνεται πώς κάποια στιγμή άρχισα να γλαρώνω, όταν ξαφνικά, στης νύχτας τη σιγαλιά, νόμισα πως άκουσα μια απόμακρη γνωστή μουσική. Αφουγκράστηκα  προσεχτικά. Μα βέβαια, δεν έκανα λάθος, τώρα ακούγονταν καθαρά. Ήταν αντρικές φωνές, που τραγουδούσαν τα κάλαντα με τη συνοδεία κλαρίνου και βιολιού λίγα σπίτια παρακάτω.

«Καλήν εσπέραν άρχοντες,

Αν είναι ορισμός σας

Χριστού τη θεία γέννηση

Να πω στ’ αρχοντικό σας

…………………………………….

Σ’ αυτό το σπίτι που’ ρθαμε,

Πέτρα να μη ραίσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

Χρόνια πολλά να ζήσει»

Μερικές ώρες αργότερα, στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, που οι καμπάνες κτυπούσαν γιορταστικά, τα βλέφαρα μου ήταν βαριά σαν μολύβι. Γύρισα από το άλλο πλευρό, έβαλα το κεφάλι κάτω από το πάπλωμα και λαγοκοιμόμουνα.

-Σηκωθείτε, παιδιά, να ετοιμαστούμε για την εκκλησία, άκουσα τη μητέρα μου να μου λέει.

Άνοιξα με πολύ δυσκολία τα μάτια. Το τζάκι ήταν τώρα αναμμένο. Τα λιόκλαδα λαμπάδιαζαν και φώτιζαν το δωμάτιο. Η λάμπα του πετρελαίου, που ήταν κρεμασμένη πάνω από το τζάκι, τέντωνε το φυτίλι κι έβαζε τα δυνατά της ν’ αποδείξει πως κι εκείνη μπορεί να φωτίσει… Ούτε  κι αυτό με συγκίνησε να βρω το κουράγιο να ξεμυτίσω από εκείνα τα στρωσίδια…

-            Σήκω, παιδί μου, να πάμε στην εκκλησία. Να φορέσεις τα γιορτινά σου. Να κόψουμε και το χριστόψωμο….

Αυτό το τελευταίο, αστραπιαία με έφερε στην πραγματικότητα. Ένιωσα ένα τράβηγμα στο στομάχι, που γουργούριζε δυνατά από την πείνα.

Εκείνο το βράδυ η νηστεία έφθανε στο τέλος της. Ήταν η ώρα να σηκωθώ.

Με το πρώτο άνοιγμα της πόρτας, το κρύο όρμησε απειλητικό  και τόσο διαπεραστικό που μ’ έκανε να τρέμω. Στη βορινή πλευρά το βουνό άσπριζε. Δεν το’ βλεπα. Πηχτό σκοτάδι απλωνόταν ολόγυρα. Το μάντευα όμως από την κρύα πνοή του. Στον ουρανό μου φάνηκε πώς είδα δύο-τρία αστέρια να τρεμοσβήνουν στέλνοντας ένα ξεθωριασμένο φώς.

Το αγιάζει μας χτυπούσε το πρόσωπο. Μας έδερνε τα αυτιά. Τα μικρά μου καλτσάκια, τ’ άσπρα σοσόνια, ήταν ανίκανα να προφυλάξουν τα πόδια μου, που άρχιζαν να παγώνουν. Σήκωσα το γιακά. Άδικος κόπος, ξύλιαζαν τα χέρια.

Το σπίτι μας δεν ήταν μακριά από τον κεντρικό δρόμο του χωριού.

Για να φτάσουμε όμως ως εκεί, έπρεπε να είμαστε προσεκτικοί. Το δρομάκι ήταν κατηφορικό με μεγάλες και κοφτερές πέτρες στα βράχια. Ο κίνδυνος να σκοντάψουμε ή να γλιστρήσουμε ήταν μεγάλος. Σε πολλά σημεία πιανόμαστε από τους τοίχους των διπλανών σπιτιών για να κρατήσουμε την ισορροπία μας. Η μητέρα κρατώντας το αναμμένο φανάρι πήγαινε μπροστά προσπαθώντας να μας φωτίσει και να μας προστατέψει από τις κακοτοπιές.

Από όλα τα σοκάκια του χωριού οι άνθρωποι έσμιγαν   στο δρόμο που οδηγούσε στην εκκλησία. Κουκουλωμένοι ως το λαιμό με κασκόλ και τραγιάσκες οι άντρες, με σάλι και μαντήλι στο κεφάλι οι γυναίκες και τα φαναράκια στο χέρι, αψηφούσαν την παγωνιά για να μείνουν αλειτούργητοι χρονιάρα μέρα.

Ένα σκυλί άρχισε να γαυγίζει από τα χωράφια κοντά σ’ ένα καλύβι. Είδε τα φώτα; Άκουσε τις κουβέντες; Ποιος ξέρει…

Είναι περίεργο αλλά εκείνο το γαύγισμα που έσπασε τη σιωπή της παγωμένης νύχτας γέννησε στο παιδικό μου μυαλό απίθανες σκέψεις. Μου θύμισε τη φάτνη, που είχαμε στο σχολείο και ταυτόχρονα τη σπηλιά, που είχα δει το καλοκαίρι πίσω από ένα ερημοκκλήσι. «Σε μια τέτοια σπηλιά, θα είχε γεννηθεί.. ο μικρός Χριστός μας», συλλογίστηκα. Και αν η δασκάλα δε μας είχε δείξει την προηγούμενη μέρα στο χάρτη την Παλαιστίνη. Θα ήμουν απόλυτα σίγουρη πως η σπηλιά της Βηθλεέμ ήταν κοντά μας, πολύ κοντά μας, εκεί πίσω από το βουνό.

Όταν πλησιάσαμε στην εκκλησία , η νυχτερινή ακολουθία είχε αρχίσει. Ο αναμμένος πολυέλαιος και τα κεριά, ο παπάς με τα επίσημα άμφια, το εκκλησίασμα, που παρακολουθούσε με αληθινή ευλάβεια, έκαναν την ατμόσφαιρα υποβλητική. Τα χαρμόσυνα τροπάρια. «Η Παρθένος σήμερα τον Υπερούσιον τίκτει…», «Η Γέννησής σου  Χριστέ ο Θεός ημών…» ψάλλονταν από όλους τους χωριανούς αυθόρμητα, με Χριστιανική κατάνυξη. Η λειτουργεία κρατούσε τρεις ολόκληρες ώρες. Κανένας δεν έφευγε πριν τελειώσει. Όλοι περίμεναν υπομονετικά να μεταλάβουν.

Ανήμερα τα Χριστούγεννα ο καιρός μαλάκωσε. Ο χειμώνας έκανε ανακωχή. Ένας λαμπρός ήλιος φώτιζε και ζέσταινε τη Γη. Έξω μύριζε το βρεγμένο χώμα. Γυάλιζαν φρεσκοπλυμένα τα ασημοπράσινα φύλλα του ελαιώνα. Το νιόβγαλτο χορτάρι λες κι έστρωσε χαλί. Πάνω του, ορθώνονταν που και πού λυγερά κυπαρίσσια και ανάμεσά τους οι μαύρες και γυμνές κορμοστασιές των μυγδαλιών συμπλήρωναν το χειμωνιάτικο τοπίο. Τα σπουργίτια άφηναν τις στέγες και πετούσαν στα δένδρα τιτιβίζοντας. Στο βάθος η θάλασσα ήσυχη, γαληνεμένη μας έγνεφε χαμογελαστή να πάμε κοντά της.

Τα τζάκια άναβαν. Κάπνιζαν οι καμινάδες. Οι πυροστιές στήνονταν και η μυρωδιά του γιορταστικού φαγητού έβγαινε από κάθε νοικοκυριό. Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, αν και δεν ήταν τόσο πλούσιο, είχε μοναδική νοστιμιά. Κόκορας σπιτικός με χυλοπίτες, βραστό αρνί ή χοιρινό και το χριστόψωμο, που δεν έλειπε από κανένα τραπέζι. Το πιάτο του φτωχού έβγαινε πριν από το φαγητό. Και όταν ακόμα δεν περίσσευε, οι μερίδες κόβονταν μικρότερες και το πιάτο ήταν έτοιμο. Μαζί με ένα μικρό ψωμί, το λαγάνι καμωμένο γι αυτό το σκοπό, το πιάτο έφτανε στο προορισμό του πριν από το μεσημέρι.

Χωρίς λαμπιόνια, εντυπωσιακές γιρλάντες και χριστουγεννιάτικο δέντρο, το σπίτι έπαιρνε άλλη όψη. Η «προίκα» έβγαινε από το σεντούκι. Στα παράθυρα τ’ ασπροκεντημένα κουρτινάκια, στο μεγάλο τραπέζι το κάτασπρο κεντητό τραπεζομάντηλο φρεσκοσιδερωμένο μύριζε μπουγάδα και γαζία. Ο γύρος με τη δαντέλα στο κρεβάτι, η υφαντή πάντα στον τοίχο, το πάτωμα με τις πολύχρωμες κουρελούδες στρωμένο από άκρη σ’ άκρη, έδιναν ένα ζεστό και χαρούμενο. Έπειτα ακολουθούσαν οι επισκέψεις των συγγενών και των γειτόνων. Ήταν όλοι τόσο οικείοι. Δυσκολευόμουν να ξεχωρίσω ποιοι είναι οι δικοί μας και ποιοι οι ξένοι, αφού όλους τους προσφωνούσαμε θείους και θείες. Το βράδυ οι μεγάλοι έτρωγαν πηχτή από χοιρινό  και έπιναν τσικουδιά. Τα παιδιά γύρω από το μαγκάλι με τη μουντζουρωμένη τσιμπίδα, αναδεύαμε τη χωνεμένη φωτιά και ψήναμε κάστανα…

Πόσο διαφορετικά γιορτάζονται τα Χριστούγεννα στην πολυάνθρωπη Αθήνα!

Το «μοναχικό πλήθος», τρέχει την παραμονή της μεγάλης γιορτής σαν κουρδισμένο. Αγοράζει άφθονα καταναλωτικά αγαθά, συχνά περιττά ή άχρηστα. Προσπερνάει τις στολισμένες βιτρίνες, το φανταστικό διάκοσμο, τα εκτυφλωτικά φώτα. Ακόμα και οι χριστουγεννιάτικες μελωδίες, που δίνουν το στίγμα της χαρούμενης γιορτής καθώς ακούγονται από τα στερεοφωνικά, το αφήνουν αδιάφορο.

Στις τυχαίες συναντήσεις με το συγκάτοικο, «Χρόνια Πολλά» λένε τα χείλη.

-            Ευχαριστώ, επίσης, αντεύχεται τυπικά ο άλλος. Κοντοστέκεται. Τόσον καιρό δεν είχε μαζί του καμία επικοινωνία. Χρονιάρα μέρα σήμερα… Να τον  καλούσε για ένα κέρασμα…;

Τότε αρχίζουν οι αναστολές και τα διλήμματα. Που τον ξέρει; Πώς να τον εμπιστευτεί; Κι αν τον πληγώσει; Κι αν είναι κλέφτης; Κι αν είναι τρομοκράτης;

Κλείνει την πόρτα και την καρδιά του. Γυρίζει δύο φορές την κλειδαριά. Είναι τραγικό. Νιώθει ότι είναι πολύ μακριά η Βηθλεέμ κι εκείνος πιο μακριά από τον διπλανό του. Τον πιάνει μελαγχολία. Η μοναξιά αυτή την ημέρα γίνεται αβάσταχτη.

Γιατί αυτό που ο Αντώνης Σαμαράκης έγραψε στο «Ζητείται Ελπίς» «..ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών μας δεν ήτανε τόσο κοντά η μία με την άλλη όσο είναι σήμερα κι όμως ποτέ άλλοτε οι καρδιές μας δεν ήτανε τόσο μακριά η μία από την άλλη, όσο είναι σήμερα..», επαληθεύεται κάθε στιγμή.      

Ασπασία Κατσούλη – Συμεώνογλου

Both comments and pings are currently closed.